user_mobilelogo

    Ο Κυβισμός εμφανίστηκε στη Γαλλία το 1907, με κύριους εκπροσώπους τους Pablo Picasso (1881-1973) και Georges Braque (1882-1963). Ο όρος προέκυψε με αφορμή τα λεγόμενα του τεχνοκριτικού Louis Vauxcelles, ο οποίος χαρακτήρισε τον Braque έναν τολμηρό καλλιτέχνη ο οποίος περιφρονεί τη φόρμα "συρρικνώνοντας τα πάντα, τους τόπους, τις μορφές και τα σπίτια, σε γεωμετρικά σχήματα, σε κύβους"[1]. Χρησιμοποίησε τη λέξη cubique (κυβικός) - cube (κύβος), cubiste (κυβιστής) - για να χαρακτηρίσει τους "γωνιώδεις όγκους" στα τοπία του Braque το 1908.

   Όπως έλεγε ο Picasso "όταν δημιουργήσαμε τον Κυβισμό, δεν το κάναμε με πρόθεση, απλώς θέλαμε να εκφράσουμε αυτό που υπήρχε μέσα μας. Κανείς δεν μας προκαθόρισε ένα πρόγραμμα και οι φίλοι μας, οι ποιητές, παρακολουθούσαν με προσοχή τις προσπάθειές μας, χωρίς όμως να μας επιβάλλουν ποτέ το παραμικρό"[2]. Ωστόσο, η σκέψη και το έργο του Paul Cezanne και η αφρικανική τέχνη – η σύγχρονη μανία των συλλεκτών της εποχής – αναγνωρίζονται ως οι κύριες επιρροές των Κυβιστών.

    Τον 16ο αιώνα, η εκκλησία, με αφορμή την εξάπλωση της Μεταρρύθμισης, αναγκάστηκε να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις της. Με νέα μέσα επιβολής, τη δραστηριοποίηση της Ιεράς Εξέτασης, το Τάγμα των Ιησουϊτών, αλλά και την τέχνη, η παπική εξουσία περνά στην αντεπίθεση με γνώμονα τις αρχές της Αντιμεταρρύθμισης και την επικράτηση μιας γενικής ανελευθερίας.

    Η θρησκευτική θεματολογία εμπλουτίστηκε. Εκτός από τα γνωστά και στο παρελθόν επεισόδια της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης, συναντάμε θέματα που αναφέρονται στη λατρεία των μαρτύρων της πίστεως, σε μυστήρια της εκκλησίας και σε μυστικιστικά οράματα. Επίσης η θρησκευτική τέχνη του Μπαρόκ, προωθώντας στο μεγαλύτερο μέρος της το Ρωμαιοκαθολικό δόγμα, δίνει πληθώρα έργων που αναφέρονται στην αντίθετη προς τον Προτεσταντισμό, Άμωμη Σύλληψη της Παναγίας[1]. Από την άλλη πλευρά, η απεικόνιση θεμάτων άσεμνων, αιρετικών ή άσχετων ως προς το σκοπό της συμμετοχής των πιστών στη πίστη και την ευλάβεια, απαγορεύτηκε.

      Η σχέση καλλιτέχνη και παραγγελιοδότη, επηρέαζε άμεσα τη μορφή του τελικού έργου κατά την περίοδο της Αναγέννησης. Για μια πλούσια οικογένεια ευγενών, για μια συντεχνία εμπόρων ή χρυσοχόων, η δωρεά μιας εικόνας για την Αγία Τράπεζα (altarpiece), ή ενός κύκλου νωπογραφιών για ένα παρεκκλήσι, δεν ήταν εύλογη μόνο για τους “αγνούς” θρησκευτικούς λόγους, αλλά και για το κοινωνικό γόητρο και τη δόξα. Ήταν μια πράξη αξιοσημείωτη, σχετικά οικονομική και πάνω απ’ όλα αντιπροσωπευτική  της περηφάνιας και του κοινωνικού επιπέδου των πατρώνων, όπως επίσης και της αλληλεγγύης τους προς την κοινωνική τάξη πραγμάτων της σύγχρονης πόλης[1]. Λαμβάνοντας τα παραπάνω υπόψη, είναι εύλογο να συμπεράνουμε, ότι μία επί της ουσίας διάκριση μεταξύ “δημόσιου” και ”ιδιωτικού” δεν αρμόζει στη λειτουργία της ζωγραφικής κατά την Αναγέννηση[2].

    Οι πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις του Εμφυλίου και της δεκαετίας του ’50, ήταν ακόμη νωπές στη μνήμη για την Ελλάδα του ’60, που προσπαθούσε να διαμορφώσει μία ταυτότητα δυτικού, σύγχρονου και ευνομούμενου κράτους. Ενώ προς το παρόν η άνοδος του Γεωργίου Παπανδρέου στην εξουσία το 1964, δείχνει να τηρεί τις αποστάσεις ασφαλείας από τα άκρα και να δίνει τα εχέγγυα για το άνοιγμα της χώρας προς τη Δύση, τη διάσπαση της Ένωσης Κέντρου ακολούθησαν η Αποστασία, το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών και η επιβολή της δικτατορίας τον Απρίλιο του 1967. Μέσα σε ατμόσφαιρα φόβου, διχασμού και εσωστρέφειας, η Ελλάδα πορεύεται ακρωτηριασμένη για τα επόμενα επτά χρόνια. Σημαντικοί άνθρωποι της εποχής, πολλοί προερχόμενοι από το χώρο της τέχνης και της διανόησης, καταφεύγουν εκούσια, αλλά δυστυχώς πολλοί απ’ αυτούς ακούσια, στο εξωτερικό.

    Η Pop Art γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 στο Λονδίνο. Ο όρος Pop (δημοφιλής) χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1958 από τον Βρετανό κριτικό τέχνης Lawrence Alloway και καθιερώθηκε λίγο αργότερα, όταν η καλλιτεχνική τάση έγινε ευρύτερα γνωστή και στην Αμερική.  

    Η δεκαετία του ’60 εγκαινιάζει νέες, σύγχρονες, ανθρώπινες ανησυχίες. Μαζική παραγωγή και κατανάλωση αγαθών, ραγδαία ανάπτυξη τεχνολογιών και δικτύων επικοινωνίας, πιο ελεύθερη και ‘δημοκρατική’ διακίνηση ιδεών, συνθέτουν το σκηνικό της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας, και αποδυναμώνουν τα υπάρχοντα πολιτισμικά όρια[1]. Στo πλαίσιο λοιπόν αυτής της ταραχώδους εποχής, σε κοινωνικό[2] αλλά και θεωρητικό επίπεδο, καθώς επίσης και σε επίπεδο πρακτικής, συντελείται και μία μεγάλη αλλαγή στις συνθήκες παραγωγής και διάδοσης του έργου τέχνης. Νέα μέσα χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία και τη διακίνησή του και νέα κριτήρια αξιολόγησης κάνουν την εμφάνισή τους.

Είστε εδώ

Μινιμαλισμός

DonaldJudd

Μινιμαλισμός - Η τέχνη του ελαχίστου

View more
Αναγέννηση

BotticelliPrimavera

Η Τέχνη της Αναγέννησης

View more

Αναζήτηση