user_mobilelogo

20ος αιώνας

  •    Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, επιστήμονες και καλλιτέχνες συνέβαλαν στην περαιτέρω εξέλιξη της φωτογραφίας. Από την άκαμπτη, "αρχαϊκή" εποχή της εφεύρεσής της πέρασε στην κλασική εποχή της καθιέρωσης, τόσο ως αυτόνομης μορφής έκφρασης, όσο και ως μοχλού πίεσης των εξελίξεων στο χώρο της τέχνης γενικότερα.

       Όλη αυτή την αλλαγή που επέφερε η εφεύρεση της φωτογραφίας με τις κοινωνικές και καλλιτεχνικές χρήσεις της, συνοψίστηκαν από τον Γερμανό θεωρητικό και φιλόσοφο Walter Benjamin το 1936, στο δοκίμιό του με τίτλο: Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του (The work of art in the age of mechanical reproduction). Όπως αναφέρει ο Benjamin στην αρχή του δοκιμίου του: “με τη φωτογραφία το χέρι αποδεσμεύτηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της εικονογραφικής αναπαραγωγής απ’ τα σπουδαιότερα καλλιτεχνικά καθήκοντα, που τώρα πια περιέρχονται στο μάτι που κοιτάζει μέσα στον αντικειμενικό φακό. Μια και το μάτι συλλαμβάνει ταχύτερα απ’ όσο ζωγραφίζει το χέρι, η διαδικασία της εικονογραφικής αναπαραγωγής επιταχύνθηκε τόσο αφάνταστα, που μπορούσε πια να συμβαδίζει με την ομιλία”[1].

  •    O Otto Dix (1891-1969) ζωγράφισε τους "Παίκτες Skat", το 1920. Τρεις άντρες, με παραμορφωμένα χαρακτηριστικά, κάθονται γύρω από ένα τραπέζι και παίζουν ένα ιδιαίτερα δημοφιλές, εκείνη την εποχή, παιχνίδι καρτών. Ακρωτηριασμένοι, με τεχνητά μέλη και διάφορα σύγχρονα βοηθήματα προσαρτημένα στο σώμα τους, οι τρεις άντρες περνούν το χρόνο τους μέσα σε ένα σκοτεινό εσωτερικό, ενδεχομένως ένα καφέ. Δεδομένης της χρονικής περιόδου κατά την οποία ο Dix ολοκληρώνει το έργο, μπορούμε με ασφάλεια να συμπεράνουμε πως πρόκειται για βετεράνους…σακάτηδες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο συμπέρασμα αυτό συναινεί και η παρουσία του Σιδηρού Σταυρού - κατεξοχήν πρωσικού και μετέπειτα γερμανικού πολεμικού μεταλλίου στο πέτο του σακακιού της μορφής στα δεξιά.

  •      Από την εποχή της εφεύρεσης της φωτογραφίας, πολλοί καλλιτέχνες πειραματίστηκαν με τη δημιουργία φωτογραφιών χωρίς τη χρήση φωτογραφικής μηχανής. Πρωτεργάτης αυτής της τεχνικής υπήρξε ο εφευρέτης του αρνητικού Henry Fox-Talbot (1800-1877) με τα περίφημα φωτογενή του σχέδια (photogenic drawings). Στην ουσία ο Talbot δημιουργούσε με τη μέθοδό του αρνητικές εικόνες και στόχος του ήταν να καταγράψει με το νέο αυτό μέσο τα στοιχεία της φύσης... να δημιουργήσει ένα σύγχρονο βοτανολόγιο-ανθολόγιο. Τοποθετούσε ένα φύλλο επάνω στη φωτοευαίσθητη επιφάνεια και εν συνεχεία την εξέθετε στο φως. Όπου την "άγγιζε" απευθείας το φως η επιφάνεια γινόταν μαύρη, ενώ όπου το φύλλο εμπόδιζε την διέλευσή του δημιουργούσε λεπτούς τόνους γκρίζου αφήνοντας να διαγραφεί η μορφολογία του, τα νεύρα και το σχήμα του επάνω στο χαρτί[1].   

  •     Ο Κυβισμός εμφανίστηκε στη Γαλλία το 1907, με κύριους εκπροσώπους τους Pablo Picasso (1881-1973) και Georges Braque (1882-1963). Ο όρος προέκυψε με αφορμή τα λεγόμενα του τεχνοκριτικού Louis Vauxcelles, ο οποίος χαρακτήρισε τον Braque έναν τολμηρό καλλιτέχνη ο οποίος περιφρονεί τη φόρμα "συρρικνώνοντας τα πάντα, τους τόπους, τις μορφές και τα σπίτια, σε γεωμετρικά σχήματα, σε κύβους"[1]. Χρησιμοποίησε τη λέξη cubique (κυβικός) - cube (κύβος), cubiste (κυβιστής) - για να χαρακτηρίσει τους "γωνιώδεις όγκους" στα τοπία του Braque το 1908.

       Όπως έλεγε ο Picasso: "όταν δημιουργήσαμε τον Κυβισμό, δεν το κάναμε με πρόθεση, απλώς θέλαμε να εκφράσουμε αυτό που υπήρχε μέσα μας. Κανείς δεν μας προκαθόρισε ένα πρόγραμμα και οι φίλοι μας, οι ποιητές, παρακολουθούσαν με προσοχή τις προσπάθειές μας, χωρίς όμως να μας επιβάλλουν ποτέ το παραμικρό"[2]. Ωστόσο, η σκέψη και το έργο του Paul Cezanne και η αφρικανική τέχνη – η σύγχρονη μανία των συλλεκτών της εποχής – αναγνωρίζονται ως οι κύριες επιρροές των Κυβιστών.

  •      Η Frida Kahlo (1907-1954) δημιουργεί αυτήν την πρώτη αυτοπροσωπογραφία της το 1926 σε ηλικία δεκαεννέα ετών. Ένα χρόνο νωρίτερα ένα τραμ συγκρούστηκε με το λεωφορείο στο οποίο επέβαινε και η ίδια τραυματίστηκε βαριά. Με κατακερματισμένη σπονδυλική στήλη και τραύματα σε όλο της το σώμα, η Kahlo αναγκάστηκε να υποβληθεί σε μεγάλο αριθμό χειρουργικών επεμβάσεων. Έμεινε μήνες ολόκληρους καθηλωμένη στο κρεβάτι και η ζωή της έκτοτε σημαδεύτηκε από τον πόνο και την αδυναμία της να κάνει παιδιά. Δεν είναι τυχαίο που ο φίλος της Andrés Henestrosa είπε πως η Kahlo ‘έζησε πεθαίνοντας’. Κατά την διάρκεια αυτής της μακράς περιόδου ανάρρωσης στο σπίτι, η Frida εγκατέλειψε το όνειρό της να γίνει γιατρός και στράφηκε στην ζωγραφική.

  •     Η Pop Art γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 στο Λονδίνο. Ο όρος Pop (δημοφιλής) χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1958 από τον Βρετανό κριτικό τέχνης Lawrence Alloway και καθιερώθηκε λίγο αργότερα, όταν η καλλιτεχνική τάση έγινε ευρύτερα γνωστή και στην Αμερική.  

        Η δεκαετία του ’60 εγκαινιάζει νέες, σύγχρονες, ανθρώπινες ανησυχίες. Μαζική παραγωγή και κατανάλωση αγαθών, ραγδαία ανάπτυξη τεχνολογιών και δικτύων επικοινωνίας, πιο ελεύθερη και ‘δημοκρατική’ διακίνηση ιδεών, συνθέτουν το σκηνικό της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας, και αποδυναμώνουν τα υπάρχοντα πολιτισμικά όρια[1]. Στo πλαίσιο λοιπόν αυτής της ταραχώδους εποχής, σε κοινωνικό[2] αλλά και θεωρητικό επίπεδο, καθώς επίσης και σε επίπεδο πρακτικής, συντελείται και μία μεγάλη αλλαγή στις συνθήκες παραγωγής και διάδοσης του έργου τέχνης. Νέα μέσα χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία και τη διακίνησή του και νέα κριτήρια αξιολόγησης κάνουν την εμφάνισή τους.

  •     Ο Amedeo Modigliani (1884-1920) δημιούργησε το πορτρέτο του Έλληνα μουσικού και τότε σπουδαστή στη Schola Cantorum de Paris, Μάριου Βάρβογλη το 1919. Ένας Ιταλός και ένας Έλληνας συναντιούνται στη μητρόπολη των τεχνών, το Παρίσι.

        Ο Modigliani βρίσκεται ήδη εκεί από το 1905. Πρόσφατα, το 1917, πραγματοποίησε την μοναδική ατομική του έκθεση. Μάλιστα τα χειμαρρώδη γυμνά του δημιούργησαν σάλο και η έκθεση του ενός στη βιτρίνα της γκαλερί στάθηκε αφορμή για την διακοπή της  λόγω της ανεπανάληπτης πρόκλησης για τους συντηρητικούς κύκλους της εποχής.

  •     Βρισκόμαστε στο κατώφλι του 20ου αιώνα, όταν το 1900 o νεαρός Ισπανός Pablo Picasso επισκέπτεται για πρώτη φορά το Παρίσι. Βρίσκεται στη μητρόπολη των τεχνών, στην καρδιά της Belle Epoque και είναι μόλις 19 ετών. Όλα γύρω του είναι καινούργια και γεμάτα ζωντάνια. Το Παρίσι ακολουθεί την εναγώνια συμβουλή του τεθνεώτος Baudelaire, μεθάει με αψέντι, μουσική, χορό και έρωτα[1].  

        Αυτή την πρώτη του φορά στο Παρίσι θα παραμένει δύο μόλις μήνες. Μήνες δύσκολοι, αλλά ο ‘ξένος’ και φτωχός Picasso βιάζεται να γνωρίσει από κοντά τις κατακτήσεις των Γάλλων μετεμπρεσιονιστών ζωγράφων. Όπως ο Edouard Manet (εικ.1), ο Edgar Degas (εικ.2), ο Henri de Toulouse - Lautrec (εικ.3) και άλλοι Γάλλοι ζωγράφοι, ο Picasso εντυπωσιάζεται από τις σύγχρονες διασκεδάσεις στα καφέ και τα καμπαρέ, αλλά και από το δημοφιλέστερο ποτό της εποχής, το αψέντι.

  •     Ο ζωγράφος, φωτογράφος, γλύπτης, γραφίστας, σχεδιαστής, φωτομοντέρ και καθηγητής Aleksandr Mikhailovich Rodchenko είναι ένας από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της Ρώσικης Πρωτοπορίας των αρχών του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου (ή 23 Νοεμβρίου με το παλιό ημερολόγιο) του 1891 στην Αγία Πετρούπολη, της Ρωσίας. To 1909, ύστερα από το θάνατο του πατέρα του, η οικογένειά του μετακόμισε στο Καζάν. Εκεί, το 1910, ξεκίνησε τις καλλιτεχνικές σπουδές του και γνώρισε τη μέλλουσα σύζυγό του Varvara Stepanova. Η εκπαίδευσή του συνεχίστηκε στο Ινστιτούτο Stroganov στη Μόσχα το 1914.

        Η πρώτη μεγάλη έκθεση στην οποία συμμετείχε είχε τίτλο Το Μαγαζί (1916) και διοργανώθηκε από τον Vladimir Tatlin. Την περίοδο αυτή ο Rodchenko ασχολείται με τη ζωγραφική και επηρεάζεται από τον Σουπρεματισμό του Kazimir Malevich.

  •    Από το 1900 και μετά, οι φωτογράφοι προσπαθούν δειλά δειλά να εισαγάγουν τη φωτογραφική πράξη στη νέα γλώσσα του μοντερνισμού. Αυτού του είδους η φωτογραφία έδειχνε να χειρίζεται με μαεστρία την έννοια της εικόνας για πρώτη φορά. Εγκαταλείποντας κάθε δέσμευση με την αντικειμενική καταγραφή της πραγματικότητας, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από το ανθρώπινο μάτι, η φωτογραφία γίνεται πλέον ένας νέος οπτικός κώδικας, ενδεικτικός της σύγχρονης ανησυχίας που επέβαλε η Αφαίρεση, το dada, ο Φουτουρισμός και αργότερα ο Σουρεαλισμός.

       Μ’ αυτήν την έννοια η φωτογραφία δεν γίνεται πλέον αντιληπτή ως αντανάκλαση του πραγματικού, αλλά περισσότερο ως μια επιφανειακή μορφή του κόσμου, εισβάλλοντας σε μία ευρεία μυθολογία της αληθοφάνειας. Όπως σημειώνει ο Graham Clarke γι’ αυτήν την περίοδο: “Η φωτογραφία αντιμετωπίζεται ως μια πλευρά της ακραίας αισθητικής, τόσο ψυχολογική όσο και πολιτική: μία κριτική της κυρίαρχης ιδεολογίας και μ’ αυτόν τον τρόπο μία σημαντική μορφή αναπαράστασης”[1].

  •    Ο Φουτουρισμός είναι ένα ιταλικό κίνημα της πρωτοπορίας, που ιδρύθηκε το 1909 από τον ποιητή Filippo Tomaso Marinetti (1876-1944). Εκτός από τη ζωγραφική, σταδιακά συμπεριέλαβε τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική, τη μουσική και τον κινηματογράφο. Χαρακτηρίζεται έντονα φιλολογικό, καθώς ο λόγος δεν χρησιμοποιήθηκε απλώς για να εξηγήσει ή να υποστηρίξει τις προθέσεις των καλλιτεχνών, αλλά ήταν μαχητικός, δογματικός, συχνά εξτρεμιστικός και πάντοτε απολαυστικός στην ανάγνωση. Άλλωστε, για την περίπτωση του Φουτουρισμού, ο λόγος προϋπήρξε των πράξεων και αρθρώθηκε από το ξεκίνημα του κινήματος από έναν ποιητή. Η δεινότητα του Marinetti να χειρίζεται τα μέσα της εποχής και ο δυναμισμός της έκφρασής του, ήταν αυτά που έκαναν το νέο κίνημα γνωστό σε όλη την διανόηση της εποχής. Ο Φουτουρισμός μέσα από πολλά μανιφέστα, στηρίχθηκε στη δύναμη των λέξεων, απευθύνθηκε στο ευρύ κοινό και διέδωσε τη σκέψη του ταχύτατα σε όλα τα μητροπολιτικά κέντρα της Ευρώπης.

  •    Ο Marcel Duchamp (1887-1968) υπήρξε αναμφισβήτητα μία από τις πρωτοπόρες και ίσως επιδραστικότερες φυσιογνωμίες του 20ου αιώνα. Το έργο του ενέπνευσε τις επόμενες γενιές καλλιτεχνών και βρέθηκε στο επίκεντρο της σύγχρονης Αισθητικής Θεωρίας και Φιλοσοφίας.

       Γεννημένος στην Blainville-Crevon της Γαλλίας, μέλος μιας οικογένειας καλλιτεχνών και φιλότεχνων, ο Duchamp πειραματίστηκε αρχικά στην επικρατούσα τάση της εποχής του, τον Μεταεμπρεσιονισμό, που μεσουρανούσε στο Παρίσι του 1900. Σύντομα, όμως, απομακρύνθηκε από την παραστατική ζωγραφική, τα πινέλα και τα χρώματα για να χαράξει τη δική του πορεία. Ήδη από το 1913, με τα readymades, όπως ονομάστηκαν αργότερα, προβάλλει ως αντικείμενα τέχνης, αντικείμενα κοινής καθημερινής χρήσης. Είναι μια χειρονομία εναντίον της τέχνης, όπως ίσχυε ως τις μέρες του, με την οποία καταργεί το ρόλο του καλλιτέχνη ως δημιουργού και μαζί μ’ αυτόν τον μοναδικό, ανεπανάληπτο και “χειροποίητο” χαρακτήρα του έργου τέχνης.

  • "Είναι μέρος της δουλειάς του φωτογράφου να βλέπει πιο έντονα από τους περισσότερους ανθρώπους. Δεν με ενδιαφέρουν οι κανόνες και οι συμβάσεις. Η φωτογραφία δεν είναι σπορ".-Bill Brandt

        Ο Bill Brandt γεννήθηκε στις 3 Μαΐου 1904 στο Αμβούργο της Γερμανίας. Ο Άγγλος πατέρας του, LW Brandt, ήταν επικεφαλής μιας εταιρίας εισαγωγών-εξαγωγών και η μητέρα του, Lili Merc, προερχόταν από εξέχουσα φιλότεχνη οικογένεια του Αμβούργου. Τα σχολικά χρόνια στη Γερμανία περνούν δύσκολα για τον μικρό Bill Brandt, ο οποίος πέρα από τις κακουχίες που επιφέρει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος σε συλλογικό επίπεδο, υφίσταται ρατσισμό λόγω της κατά το ήμισυ αγγλικής καταγωγής του. Όταν ήταν 16 χρονών προσβλήθηκε από φυματίωση και στάλθηκε για θεραπεία σε νοσοκομείο του Νταβός της Ελβετίας. Έξι χρόνια αργότερα, το 1927, πηγαίνει στη Βιέννη, όπου ολοκληρώνει αντιφυματική θεραπεία και κάνει ψυχανάλυση. Στην πόλη αυτή έχει την υποστήριξη κυρίως με του αδελφού του Rolf, ο οποίος ήταν σχεδιαστής-γραφίστας, καθώς και του φιλότεχνου γιατρού Eugenie Schwarzwald. Είτε ο τελευταίος, είτε κάποια οικογενειακή φίλη, πρότεινε στον Brandt να ακολουθήσει το επάγγελμα του φωτογράφου.

  •    Ο όρος εξπρεσιονισμός (με πεζό ‘ε’) χρησιμοποιείται στην ιστορία, την κριτική της τέχνης, αλλά και στον καθημερινό λόγο για να δηλώσει την εκφραστικότητα. Όταν αποκαλούμε κάποιον "εξπρεσιονιστή", θέλουμε να τονίζουμε με μια λέξη την έντονη ανάγκη του να εκφράσει τον εαυτό του, τον εσωτερικό του κόσμο. Πιο συγκεκριμένα, για την τέχνη, ο όρος Εξπρεσιονισμός αναφέρεται σε μια τάση της σύγχρονης ευρωπαϊκής τέχνης που παρουσίασε έντονη δράση την δεκαπενταετία 1905-1920, ενώ εμφανίστηκε ξανά μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, χωρίς ουσιαστικά να εκλείψει, τόσο στις εικαστικές τέχνες, όσο στη λογοτεχνία ακόμη και τον κινηματογράφο μέχρι τις μέρες μας. Σε αντίθεση με τα σύγχρονά του κινήματα, τα οποία ανθούν στη Γαλλία την ίδια εποχή, ο Εξπρεσιονισμός, έχει ως κέντρο του τη νεοσύστατη Γερμανία[1]. Εδώ οι καλλιτέχνες δεν έχουν τη μακρά παράδοση του Salon και του Ακαδημαϊσμού, ούτε το ένδοξο πρόσφατο παρελθόν των Ρεαλιστών και των Εμπρεσιονιστών.

  •  Το Κόκκινο Δωμάτιο είναι ένα από τα διασημότερα έργα του ζωγράφου Γάλλου Henri Matisse (1869-1954) και φιλοτεχνήθηκε το 1908. Επρόκειτο να διακοσμήσει την τραπεζαρία της έπαυλης του Ρώσου επιχειρηματία και συλλέκτη Sergei Shchukin στη Μόσχα. Αρχικά, ο Matisse είχε σκοπό να δημιουργήσει ένα έργο αφιερωμένο στο μπλε με τίτλο Harmony in Blue, ωστόσο το έντονο κόκκινο χρώμα υπερίσχυσε και κέρδισε κοινό και κριτικούς. Βρισκόμαστε στην καρδιά της Belle Epoque των ξέγνοιαστων διασκεδάσεων, της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης, στη μητρόπολη των τεχνών για την εποχή, το Παρίσι. Ο Matisse έχει ήδη αναδειχθεί σε ηγετική μορφή του βραχύβιου και συνάμα ριζοσπαστικού Φωβισμού. Στο Κόκκινο Δωμάτιο συγκεντρώνει τις κατακτήσεις της τελευταίας πενταετίας και επηρεάζεται από το έργο των μεγάλων μετεμπρεσιονιστών ζωγράφων της προηγούμενης γενιάς, Cezanne, Gauguin, Van Gogh, Signac, αλλά και από την τέχνη της ταπισερί.

  •    Ο Umberto Boccioni (1882-1916) στο έργο του Ταυτόχρονη Όραση παρουσιάζει μία δυναμική σύνθεση-ύμνο στην φουτουριστική ιδεολογία. Βίαιες διαγώνιοι, ζωντανά και παλλόμενα χρώματα, κατακερματισμένες φόρμες και υποκειμενική προοπτική συνθέτουν ένα φαντασμαγορικό και επαναστατικό σκηνικό. Μία γυναίκα κρεμιέται από το μπαλκόνι και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα κάτω στην πλατεία. Η μορφή κυριαρχεί και πλαισιώνει τη δράση στο μακρινό έδαφος, ενώ μαζί της συναντάμε την αντανάκλασή της, ή ίσως και μία δεύτερη μορφή που την συντροφεύει. Τα κτίρια γύρω από την πλατεία παραμορφώνονται, αγκαλιάζουν την πλατεία, αλλά και το πρόσωπο της γυναίκας και το κατακλύζουν με κάθε μεταφορική, κυριολεκτική ή τεχνοτροπική σημασία. Οι διάφορες οπτικές γωνίες, η εφαρμογή ποικίλων υποκειμενικών προοπτικών και η εναλλαγή έντονων θερμών και ψυχρών χρωμάτων σε συνδυασμό με την πρωτοποριακή σύνθεση και τις συστρεφόμενες φόρμες, επιβάλλουν την αίσθηση της αέναης κίνησης και του δυναμισμού.

  •    Η Πολωνή Tamara de Lempicka (1898-1980) με την Αυτοπροσωπογραφία της στην πράσινη Bugatti, ενσαρκώνει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της femme fatale της δεκαετίας του ’20. Το βαρύ, λάγνο, ίσως μπλαζέ βλέμμα, το έντονο κόκκινο κραγιόν και τα λευκά γάντια γίνονται η επιτομή του στυλ και το σήμα κατατεθέν για την σύγχρονη, χειραφετημένη και απελευθερωμένη γυναίκα. Άλλωστε η Lempicka ήταν στ’ αλήθεια μία γυναίκα-σύμβολο της μοντέρνας εποχής και ακολούθησε έναν τρόπο ζωής εντελώς ξένο προς αυτόν των γυναικών της εποχής. Μεγαλωμένη μέσα στα πλούτη μεταξύ Πολωνίας, Ρωσίας και Ελβετίας και διαμένοντας στο Παρίσι από πολύ νεαρή ηλικία ήταν μία πολίτις του κόσμου και δημοφιλής ζωγράφος που ζούσε μεταξύ των επιφανέστερων ανθρώπων της τέχνης, του θεάματος αλλά και της επιστήμης. Είναι πραγματικά δύσκολο να διακρίνουμε μέσα από τέτοια έργα της Lempicka αν προσωπογραφείται όπως προστάζει η μόδα της εποχής ή αν αυτή ήταν που διαμόρφωσε μία ολόκληρη αισθητική που παραπέμπει ακόμη και σήμερα σε εξώφυλλα περιοδικών.

  •  O Jacques-Henri Lartique γεννήθηκε το 1894 στη Γαλλία. Σπούδασε με δασκάλους στο σπίτι και μελέτησε ζωγραφική. Στην φωτογραφία ήταν αυτοδίδακτος και μέχρι τα βαθιά του γεράματα δήλωνε ερασιτέχνης. Φωτογράφιζε από την ηλικία των επτά ετών. Θέμα του ήταν οτιδήποτε συνέβαινε μπροστά στα μάτια του. Αποτύπωσε στη διάρκεια όλης του της ζωής χαρούμενες και αστείες στιγμές του άμεσου περιβάλλοντός του, δημιουργώντας ένα μαγικό προσωπικό, οπτικό ημερολόγιο. Έχει χαρακτηριστεί ως «ο πιο χαρισματικός ερασιτέχνης» φωτογράφος. Οι φωτογραφίες του δεν προδίδουν κανένα «μεγάλο όραμα», ούτε σκληραίνουν κάτω από το βάρος της πραγματικότητας. Απεναντίας ξεχειλίζουν από αυτοπεποίθηση και χαρά για τη ζωή. Θα έλεγε κανείς πως το έργο του Lartique διαιωνίζει την παρισινή Belle Epoque των παιδικών του χρόνων με τις διασκεδάσεις στην ύπαιθρο, τις ανακαλύψεις νέων hobbies και την ανεμελιά της μεγαλοαστικής τάξης.