user_mobilelogo

Πορτρέτο

  •      Η Frida Kahlo (1907-1954) δημιουργεί αυτήν την πρώτη αυτοπροσωπογραφία της το 1926 σε ηλικία δεκαεννέα ετών. Ένα χρόνο νωρίτερα ένα τραμ συγκρούστηκε με το λεωφορείο στο οποίο επέβαινε και η ίδια τραυματίστηκε βαριά. Με κατακερματισμένη σπονδυλική στήλη και τραύματα σε όλο της το σώμα, η Kahlo αναγκάστηκε να υποβληθεί σε μεγάλο αριθμό χειρουργικών επεμβάσεων. Έμεινε μήνες ολόκληρους καθηλωμένη στο κρεβάτι και η ζωή της έκτοτε σημαδεύτηκε από τον πόνο και την αδυναμία της να κάνει παιδιά. Δεν είναι τυχαίο που ο φίλος της Andrés Henestrosa είπε πως η Kahlo ‘έζησε πεθαίνοντας’. Κατά την διάρκεια αυτής της μακράς περιόδου ανάρρωσης στο σπίτι, η Frida εγκατέλειψε το όνειρό της να γίνει γιατρός και στράφηκε στην ζωγραφική.

  •       Η σχέση καλλιτέχνη και παραγγελιοδότη, επηρέαζε άμεσα τη μορφή του τελικού έργου κατά την περίοδο της Αναγέννησης. Για μια πλούσια οικογένεια ευγενών, για μια συντεχνία εμπόρων ή χρυσοχόων, η δωρεά μιας εικόνας για την Αγία Τράπεζα (altarpiece), ή ενός κύκλου νωπογραφιών για ένα παρεκκλήσι, δεν ήταν εύλογη μόνο για τους “αγνούς” θρησκευτικούς λόγους, αλλά και για το κοινωνικό γόητρο και τη δόξα. Ήταν μια πράξη αξιοσημείωτη, σχετικά οικονομική και πάνω απ’ όλα αντιπροσωπευτική  της περηφάνιας και του κοινωνικού επιπέδου των πατρώνων, όπως επίσης και της αλληλεγγύης τους προς την κοινωνική τάξη πραγμάτων της σύγχρονης πόλης[1]. Λαμβάνοντας τα παραπάνω υπόψη, είναι εύλογο να συμπεράνουμε, ότι μία επί της ουσίας διάκριση μεταξύ “δημόσιου” και ”ιδιωτικού” δεν αρμόζει στη λειτουργία της ζωγραφικής κατά την Αναγέννηση[2].

  •     Ο Amedeo Modigliani (1884-1920) δημιούργησε το πορτρέτο του Έλληνα μουσικού και τότε σπουδαστή στη Schola Cantorum de Paris, Μάριου Βάρβογλη το 1919. Ένας Ιταλός και ένας Έλληνας συναντιούνται στη μητρόπολη των τεχνών, το Παρίσι.

        Ο Modigliani βρίσκεται ήδη εκεί από το 1905. Πρόσφατα, το 1917, πραγματοποίησε την μοναδική ατομική του έκθεση. Μάλιστα τα χειμαρρώδη γυμνά του δημιούργησαν σάλο και η έκθεση του ενός στη βιτρίνα της γκαλερί στάθηκε αφορμή για την διακοπή της  λόγω της ανεπανάληπτης πρόκλησης για τους συντηρητικούς κύκλους της εποχής.

  •     Βρισκόμαστε στο κατώφλι του 20ου αιώνα, όταν το 1900 o νεαρός Ισπανός Pablo Picasso επισκέπτεται για πρώτη φορά το Παρίσι. Βρίσκεται στη μητρόπολη των τεχνών, στην καρδιά της Belle Epoque και είναι μόλις 19 ετών. Όλα γύρω του είναι καινούργια και γεμάτα ζωντάνια. Το Παρίσι ακολουθεί την εναγώνια συμβουλή του τεθνεώτος Baudelaire, μεθάει με αψέντι, μουσική, χορό και έρωτα[1].  

        Αυτή την πρώτη του φορά στο Παρίσι θα παραμένει δύο μόλις μήνες. Μήνες δύσκολοι, αλλά ο ‘ξένος’ και φτωχός Picasso βιάζεται να γνωρίσει από κοντά τις κατακτήσεις των Γάλλων μετεμπρεσιονιστών ζωγράφων. Όπως ο Edouard Manet (εικ.2), ο Edgar Degas (εικ.3), ο Henri de Toulouse - Lautrec (εικ.4) και άλλοι Γάλλοι ζωγράφοι, ο Picasso εντυπωσιάζεται από τις σύγχρονες διασκεδάσεις στα καφέ και τα καμπαρέ, αλλά και από το δημοφιλέστερο ποτό της εποχής, το αψέντι.

  •     Η ανάδειξη της προσωπικότητας του ατόμου και η βεβαιότητα για την αυτάρκη φύση του ανθρώπου, χαρακτηριστικά συνυφασμένα με την αναγεννησιακή αντίληψη, λέγεται ότι σηματοδοτούν το ξεκίνημα του σύγχρονου κόσμου. Όπως παρατηρεί ο John Pope-Hennessy “είναι αναμφίβολα αυτά τα στοιχεία που σηματοδοτούν το ξεκίνημα της σύγχρονης προσωπογραφίας”[1]. Σε μία κοινωνία όπου για πρώτη φορά ο άνθρωπος φαίνεται να ελέγχει συνειδητά, με τις δικές του δυνάμεις τη φύση και το πεπρωμένο και μ’ αυτό τον τρόπο να αγωνίζεται για τη δημιουργία και την προσωπική του κοινωνική άνοδο, είναι αναμενόμενο να συναντάμε και την αγάπη για την προσωπογραφία. Η άνθιση της προσωπογραφίας δεν αντανακλά μόνο αυτή την πίστη του ατόμου στις δικές του ιδιαίτερες δυνάμεις και ικανότητες, αλλά και την αφύπνιση του ενδιαφέροντος για τα ανθρώπινα κίνητρα, τον χαρακτήρα και τα συναισθήματα.

  •    Η φωτογραφία στο ξεκίνημά της, τη δεκαετία του 1840, ήταν μία διαδικασία προσιτή σε λίγους ειδήμονες ή εφευρέτες σε Αγγλία και Γαλλία. Οι άνθρωποι κατέφυγαν στο μέσο, με βασικό κίνητρο την ικανοποίηση της περιέργειας, παρά να ασχοληθούν μ’ αυτό επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά. Αρχικά, λοιπόν, η φωτογραφία δεν είχε σαφή κοινωνική χρήση, ήταν μία άχρηστη ιδιωτική ασχολία.

       Η βιομηχανοποίηση, ωστόσο, την έφερε στη μαζική παραγωγή, ενθάρρυνε την εξάπλωσή της και πρόσφερε τις κοινωνικές της χρήσεις, ενώ ταυτόχρονα αποκάλυψε την “εκ γενετής” διττή φύση της. Η φωτογραφία ήταν ένα μέσο ικανό να αποσπάσει φυσικές εικόνες, χρησιμοποιώντας όμως ένα μηχανικό τρόπο. Έτσι, όπως υποστηρίζει η Susan Sontag, «η ιστορία της φωτογραφίας μπορεί να συνοψιστεί ως διαμάχη ανάμεσα σε δύο επιταγές, την εξιστόρηση της αλήθειας και την ωραιοποίηση των εικόνων της φύσης, που παραπέμπει στις καλές τέχνες»[1].

  •    Η Πολωνή Tamara de Lempicka (1898-1980) με την Αυτοπροσωπογραφία της στην πράσινη Bugatti, ενσαρκώνει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της femme fatale της δεκαετίας του ’20. Το βαρύ, λάγνο, ίσως μπλαζέ βλέμμα, το έντονο κόκκινο κραγιόν και τα λευκά γάντια γίνονται η επιτομή του στυλ και το σήμα κατατεθέν για την σύγχρονη, χειραφετημένη και απελευθερωμένη γυναίκα. Άλλωστε η Lempicka ήταν στ’ αλήθεια μία γυναίκα-σύμβολο της μοντέρνας εποχής και ακολούθησε έναν τρόπο ζωής εντελώς ξένο προς αυτόν των γυναικών της εποχής. Μεγαλωμένη μέσα στα πλούτη μεταξύ Πολωνίας, Ρωσίας και Ελβετίας και διαμένοντας στο Παρίσι από πολλή νεαρή ηλικία ήταν μία πολίτις του κόσμου και δημοφιλής ζωγράφος που ζούσε μεταξύ των επιφανέστερων ανθρώπων της τέχνης, του θεάματος αλλά και της επιστήμης. Είναι πραγματικά δύσκολο να διακρίνουμε μέσα από τέτοια έργα της Lempicka αν προσωπογραφείται όπως προστάζει η μόδα της εποχής ή αν αυτή ήταν που διαμόρφωσε μία ολόκληρη αισθητική που παραπέμπει ακόμη και σήμερα σε εξώφυλλα περιοδικών.