user_mobilelogo

Ζωγραφική

  •     Έχοντας ξεκινήσει την περιπλάνησή του από τον μακρινό Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο της Κρήτης, και ύστερα από μακρά παραμονή στην Ιταλία, ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος (1541-1614) εγκαθίσταται στην Ισπανία το 1577. Ονειρεύεται να εργαστεί για λογαριασμό του Φιλίππου του Β’ που την περίοδο εκείνη προσλαμβάνει πολλούς καλλιτέχνες προκειμένου να διακοσμήσει το νέο του ‘διαμάντι’, το El Escorial.

        Στην καρδιά της Αντιμεταρρύθμισης, παλάτι και Εκκλησία σε κοινό μέτωπο, με ακατανίκητο όπλο την Ιερά Εξέταση, ενισχύονται και καθιερώνουν την κραταιά και θεοκρατούμενη Ισπανία. Η τέχνη της εποχής πρέπει να ανακόψει την περαιτέρω εξάπλωση του Προτεσταντισμού, να υμνήσει το καθολικό δόγμα και την ελέω Θεού εξουσία του Βασιλιά. Ο έλεγχος της εικονογραφίας είναι εξονυχιστικός και κάθε ‘ατασθαλία’ από πλευράς καλλιτέχνη τιμωρείται.

  •      Η Frida Kahlo (1907-1954) δημιουργεί αυτήν την πρώτη αυτοπροσωπογραφία της το 1926 σε ηλικία δεκαεννέα ετών. Ένα χρόνο νωρίτερα ένα τραμ συγκρούστηκε με το λεωφορείο στο οποίο επέβαινε και η ίδια τραυματίστηκε βαριά. Με κατακερματισμένη σπονδυλική στήλη και τραύματα σε όλο της το σώμα, η Kahlo αναγκάστηκε να υποβληθεί σε μεγάλο αριθμό χειρουργικών επεμβάσεων. Έμεινε μήνες ολόκληρους καθηλωμένη στο κρεβάτι και η ζωή της έκτοτε σημαδεύτηκε από τον πόνο και την αδυναμία της να κάνει παιδιά. Δεν είναι τυχαίο που ο φίλος της Andrés Henestrosa είπε πως η Kahlo ‘έζησε πεθαίνοντας’. Κατά την διάρκεια αυτής της μακράς περιόδου ανάρρωσης στο σπίτι, η Frida εγκατέλειψε το όνειρό της να γίνει γιατρός και στράφηκε στην ζωγραφική.

  •       Η σχέση καλλιτέχνη και παραγγελιοδότη, επηρέαζε άμεσα τη μορφή του τελικού έργου κατά την περίοδο της Αναγέννησης. Για μια πλούσια οικογένεια ευγενών, για μια συντεχνία εμπόρων ή χρυσοχόων, η δωρεά μιας εικόνας για την Αγία Τράπεζα (altarpiece), ή ενός κύκλου νωπογραφιών για ένα παρεκκλήσι, δεν ήταν εύλογη μόνο για τους “αγνούς” θρησκευτικούς λόγους, αλλά και για το κοινωνικό γόητρο και τη δόξα. Ήταν μια πράξη αξιοσημείωτη, σχετικά οικονομική και πάνω απ’ όλα αντιπροσωπευτική  της περηφάνιας και του κοινωνικού επιπέδου των πατρώνων, όπως επίσης και της αλληλεγγύης τους προς την κοινωνική τάξη πραγμάτων της σύγχρονης πόλης[1]. Λαμβάνοντας τα παραπάνω υπόψη, είναι εύλογο να συμπεράνουμε, ότι μία επί της ουσίας διάκριση μεταξύ “δημόσιου” και ”ιδιωτικού” δεν αρμόζει στη λειτουργία της ζωγραφικής κατά την Αναγέννηση[2].

  •     Οι πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις του Εμφυλίου και της δεκαετίας του ’50, ήταν ακόμη νωπές στη μνήμη για την Ελλάδα του ’60, που προσπαθούσε να διαμορφώσει μία ταυτότητα δυτικού, σύγχρονου και ευνομούμενου κράτους. Ενώ προς το παρόν η άνοδος του Γεωργίου Παπανδρέου στην εξουσία το 1964, δείχνει να τηρεί τις αποστάσεις ασφαλείας από τα άκρα και να δίνει τα εχέγγυα για το άνοιγμα της χώρας προς τη Δύση, τη διάσπαση της Ένωσης Κέντρου ακολούθησαν η Αποστασία, το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών και η επιβολή της δικτατορίας τον Απρίλιο του 1967. Μέσα σε ατμόσφαιρα φόβου, διχασμού και εσωστρέφειας, η Ελλάδα πορεύεται ακρωτηριασμένη για τα επόμενα επτά χρόνια. Σημαντικοί άνθρωποι της εποχής, πολλοί προερχόμενοι από το χώρο της τέχνης και της διανόησης, καταφεύγουν εκούσια, αλλά δυστυχώς πολλοί απ’ αυτούς ακούσια, στο εξωτερικό.

  •    Το έργο του Claude Monet (1840-1926), Η λεωφόρος των καπουτσίνων, παρουσιάστηκε στην 1η έκθεση των Εμπρεσιονιστών το 1874. Η διάσημη Λεωφόρος του Παρισιού παρουσιάζεται στο έργο όπως την είδε ο Monet ένα χρόνο νωρίτερα από ένα παράθυρο του 3ου ορόφου. Βρισκόμαστε στο φωτογραφικό studio του Nadar, του διάσημου φωτογράφου της εποχής, που παραχώρησε στέγη στους ακόμη άγνωστους και ανώνυμους Εμπρεσιονιστές για να παρουσιάσουν το έργο τους ομαδικά για πρώτη φορά.

       Σαν ένα φωτογραφικό στιγμιότυπο η εικόνα περιλαμβάνει μόνο ένα μέρος της λεωφόρου, ‘ακρωτηριάζοντας’ τις μορφές των ανδρών που παρακολουθούν από ένα αόρατο σε μας μπαλκόνι στα δεξιά. Ο καλλιτέχνης αποδίδει την φευγαλέα, εφήμερη φύση της σκηνής… ενός δρόμου γεμάτου κόσμο που κινείται διαρκώς. Οι μικρές ελεύθερες πινελιές υποδηλώνουν την κίνηση του αέρα, την ελαφρά ομίχλη μέσα από την οποία διυλίζεται το λαμπερό φως του ήλιου, ενώ ο ρυθμός τους μεταδίδει την κίνηση των περαστικών.     

  •     Ο Amedeo Modigliani (1884-1920) δημιούργησε το πορτρέτο του Έλληνα μουσικού και τότε σπουδαστή στη Schola Cantorum de Paris, Μάριου Βάρβογλη το 1919. Ένας Ιταλός και ένας Έλληνας συναντιούνται στη μητρόπολη των τεχνών, το Παρίσι.

        Ο Modigliani βρίσκεται ήδη εκεί από το 1905. Πρόσφατα, το 1917, πραγματοποίησε την μοναδική ατομική του έκθεση. Μάλιστα τα χειμαρρώδη γυμνά του δημιούργησαν σάλο και η έκθεση του ενός στη βιτρίνα της γκαλερί στάθηκε αφορμή για την διακοπή της  λόγω της ανεπανάληπτης πρόκλησης για τους συντηρητικούς κύκλους της εποχής.

  •     Βρισκόμαστε στο κατώφλι του 20ου αιώνα, όταν το 1900 o νεαρός Ισπανός Pablo Picasso επισκέπτεται για πρώτη φορά το Παρίσι. Βρίσκεται στη μητρόπολη των τεχνών, στην καρδιά της Belle Epoque και είναι μόλις 19 ετών. Όλα γύρω του είναι καινούργια και γεμάτα ζωντάνια. Το Παρίσι ακολουθεί την εναγώνια συμβουλή του τεθνεώτος Baudelaire, μεθάει με αψέντι, μουσική, χορό και έρωτα[1].  

        Αυτή την πρώτη του φορά στο Παρίσι θα παραμένει δύο μόλις μήνες. Μήνες δύσκολοι, αλλά ο ‘ξένος’ και φτωχός Picasso βιάζεται να γνωρίσει από κοντά τις κατακτήσεις των Γάλλων μετεμπρεσιονιστών ζωγράφων. Όπως ο Edouard Manet (εικ.1), ο Edgar Degas (εικ.2), ο Henri de Toulouse - Lautrec (εικ.3) και άλλοι Γάλλοι ζωγράφοι, ο Picasso εντυπωσιάζεται από τις σύγχρονες διασκεδάσεις στα καφέ και τα καμπαρέ, αλλά και από το δημοφιλέστερο ποτό της εποχής, το αψέντι.

  •     Η απεικόνιση του τοπίου επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο τον 19ο αιώνα, ύστερα από την χρυσή εποχή της φλαμανδικής τέχνης του 17ου αιώνα και την γλυκερή της παρουσίαση από τους καλλιτέχνες του Ροκοκό. Το ενδιαφέρον των καλλιτεχνών σταδιακά μετατοπίζεται από τα ιστορικά, αλληγορικά και διδακτικά θέματα, που επέβαλε η επίσημη τέχνη των Ακαδημιών, στην προσωπική εμπειρία και την έκφραση του υποκειμενικού συναισθήματος, ενώ η ματιά τους έλκεται από την απλή και καθημερινή πραγματικότητα.

       Προσωπογραφίες, επίκαιρα γεγονότα, αλλά και τοπία απεικονίζονται μέσα από το υποκειμενικό πρίσμα του εκάστοτε καλλιτέχνη. Η συμβολή του αντιφατικού και τόσο διαφορετικού στις εκφάνσεις του από χώρα σε χώρα Ρομαντισμού, στην ανάδειξη της σημασίας της τοπιογραφίας, ήταν καθοριστική.

  •     Ο ζωγράφος, φωτογράφος, γλύπτης, γραφίστας, σχεδιαστής, φωτομοντέρ και καθηγητής Aleksandr Mikhailovich Rodchenko είναι ένας από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της Ρώσικης Πρωτοπορίας των αρχών του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου (ή 23 Νοεμβρίου με το παλιό ημερολόγιο) του 1891 στην Αγία Πετρούπολη, της Ρωσίας. To 1909, ύστερα από το θάνατο του πατέρα του, η οικογένειά του μετακόμισε στο Καζάν. Εκεί, το 1910, ξεκίνησε τις καλλιτεχνικές σπουδές του και γνώρισε τη μέλλουσα σύζυγό του Varvara Stepanova. Η εκπαίδευσή του συνεχίστηκε στο Ινστιτούτο Stroganov στη Μόσχα το 1914.

        Η πρώτη μεγάλη έκθεση στην οποία συμμετείχε είχε τίτλο Το Μαγαζί (1916) και διοργανώθηκε από τον Vladimir Tatlin. Την περίοδο αυτή ο Rodchenko ασχολείται με τη ζωγραφική και επηρεάζεται από τον Σουπρεματισμό του Kazimir Malevich.

  •     Ο Gerhard Richter, γεννήθηκε το 1932 στη Δρέσδη της Γερμανίας. Ως παιδί βίωσε όλες τις πολιτικές αλλαγές στη χώρα του, την άνοδο του Hitler στην εξουσία, τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και την ταπεινωτική ήττα της Γερμανίας, ενώ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο στα 16. Η καλλιτεχνική του πορεία ξεκινά στα τέλη της δεκαετίας του ’50, αφού αποφοίτησε από την Ακαδημία Καλών Τεχνών - Kunstakademie της Δρέσδης. Την εποχή εκείνη ο Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός επιβάλλεται ως επίσημο στυλ από το κομμουνιστικό καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας. Οι καλλιτεχνικές τάσεις που κυριαρχούν την ίδια περίοδο σε άλλες γωνιές του πλανήτη, και κυρίως ο Αφηρημένος Εξπρεσιονισμός και η Pop Art απορρίπτονται ως εκφραστές του καπιταλισμού, της υπερκατανάλωσης και γενικότερα ενός αμερικάνικου προτύπου ζωής αντίθετου όσων πρεσβεύει το καθεστώς.

  •     Η ανάδειξη της προσωπικότητας του ατόμου και η βεβαιότητα για την αυτάρκη φύση του ανθρώπου, χαρακτηριστικά συνυφασμένα με την αναγεννησιακή αντίληψη, λέγεται ότι σηματοδοτούν το ξεκίνημα του σύγχρονου κόσμου. Όπως παρατηρεί ο John Pope-Hennessy “είναι αναμφίβολα αυτά τα στοιχεία που σηματοδοτούν το ξεκίνημα της σύγχρονης προσωπογραφίας”[1]. Σε μία κοινωνία όπου για πρώτη φορά ο άνθρωπος φαίνεται να ελέγχει συνειδητά, με τις δικές του δυνάμεις τη φύση και το πεπρωμένο και μ’ αυτό τον τρόπο να αγωνίζεται για τη δημιουργία και την προσωπική του κοινωνική άνοδο, είναι αναμενόμενο να συναντάμε και την αγάπη για την προσωπογραφία. Η άνθιση της προσωπογραφίας δεν αντανακλά μόνο αυτή την πίστη του ατόμου στις δικές του ιδιαίτερες δυνάμεις και ικανότητες, αλλά και την αφύπνιση του ενδιαφέροντος για τα ανθρώπινα κίνητρα, τον χαρακτήρα και τα συναισθήματα.

  •    Ο μύθος παρείχε από την περίοδο της Αναγέννησης και του Μανιερισμού, την ευκαιρία στους καλλιτέχνες να αποδώσουν το γυμνό ανθρώπινο σώμα, επικαλούμενοι την ύπαρξη κάποιου βαθύτερου νοήματος με ηθικοπλαστικό, διδακτικό χαρακτήρα. ‘Έγινε ένα σύμβολο γνώσης, όχημα των καλλιτεχνών προς την απελευθέρωση των ιδεών και της φαντασίας. Μιας φαντασίας αντίπαλης της προόδου της επιστήμης και του ανερχόμενου θετικισμού, η οποία παρότι τελικά λειτούργησε συχνά προς όφελος της εκκλησίας, εξέφραζε τις αντιλήψεις της νέας αστικής κοινωνίας. Οι ηρωίδες του μύθου επελέγησαν, από τους καλλιτέχνες του Μπαρόκ, τόσο για να απεικονίσουν τη φυσική ομορφιά, όσο και για να διδάξουν μέσα από την απεικόνιση συγκεκριμένων επεισοδίων, την ορθή απονομή δικαιοσύνης και άλλες αρετές, όπως η σύνεση, η πίστη, η σωφροσύνη κλπ.

  •    Ο Φωτογραφικός Ρεαλισμός, ή Φωτορεαλισμός (Photorealism ή Superrealism), είναι ο όρος που περιγράφει το φαινόμενο της επιστροφής στην παραστατική ζωγραφική στα μέσα της δεκαετίας του ’60 στην Αμερική. Διαδέχεται την Pop Art και αντλεί και αυτός τα θέματά του από την σύγχρονη αμερικανική καθημερινότητα. Σε αντίθεση όμως με αυτή, δεν έχει θέματα «προκατασκευασμένα» (μέσα από τα tabloids, τα commix και τη διαφήμιση), αλλά θέματα παρμένα από την ίδια την πραγματικότητα, όπως καταγράφεται από τον φωτογραφικό φακό. Εάν η Εννοιολογική Τέχνη χρησιμοποιεί τη φωτογραφία και την αναπαραγωγιμότητα της, για να θέσει υπό αμφισβήτηση την μοναδικότητα του ζωγραφικού έργου, o Φωτορεαλισμός, εκμεταλλεύεται κάποιες από τις φωτογραφικές αξίες, όπως η ψευδαίσθηση, και απορρίπτει κάποιες άλλες, όπως η μηχανική αναπαραγωγή, για χάρη της ζωγραφικής αξίας και της μοναδικότητας του έργου τέχνης.

  •    Ο Φουτουρισμός είναι ένα ιταλικό κίνημα της πρωτοπορίας, που ιδρύθηκε το 1909 από τον ποιητή Filippo Tomaso Marinetti (1876-1944). Εκτός από τη ζωγραφική, σταδιακά συμπεριέλαβε τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική, τη μουσική και τον κινηματογράφο. Χαρακτηρίζεται έντονα φιλολογικό, καθώς ο λόγος δεν χρησιμοποιήθηκε απλώς για να εξηγήσει ή να υποστηρίξει τις προθέσεις των καλλιτεχνών, αλλά ήταν μαχητικός, δογματικός, συχνά εξτρεμιστικός και πάντοτε απολαυστικός στην ανάγνωση. Άλλωστε, για την περίπτωση του Φουτουρισμού, ο λόγος προϋπήρξε των πράξεων και αρθρώθηκε από το ξεκίνημα του κινήματος από έναν ποιητή. Η δεινότητα του Marinetti να χειρίζεται τα μέσα της εποχής και ο δυναμισμός της έκφρασής του, ήταν αυτά που έκαναν το νέο κίνημα γνωστό σε όλη την διανόηση της εποχής. Ο Φουτουρισμός μέσα από πολλά μανιφέστα, στηρίχθηκε στη δύναμη των λέξεων, απευθύνθηκε στο ευρύ κοινό και διέδωσε τη σκέψη του ταχύτατα σε όλα τα μητροπολιτικά κέντρα της Ευρώπης.

  •    Οι αρραβώνες των Αρνολφίνι είναι ένα από τα διασημότερα έργα του σημαντικότερου εκπροσώπου της Αναγέννησης του Βορρά, του Jan van Eyck. Η θέση του καλλιτέχνη στην κοινωνία των Κάτω Χωρών, του σημερινού Βελγίου και της Ολλανδίας, δεν ήταν ανάλογη μ’ αυτή των Ιταλών την ίδια εποχή. Εδώ ο καλλιτέχνης του τέλους του 14ου και των αρχών του 15ου αιώνα, ανέρχεται στην κοινωνική κλίμακα μόνο αν εργαστεί στην υπηρεσία κάποιου ηγεμόνα και στη περίπτωση αυτή, μόνο λόγω της φήμης που αποκτά, παρά λόγω της δεξιοτεχνίας ή της διάνοιάς του. Παραμένει ένας τεχνίτης, “ασυνείδητος” του πνευματικού χαρακτήρα του έργου του, γεγονός που δικαιολογεί και την απουσία αυτοπροσωπογραφιών, ακόμη και υπογεγραμμένων συχνά έργων. Η φωτεινότερη εξαίρεση αυτού του κανόνα ήταν ο Jan van Eyck.

  •    Ο 17ος αιώνας είναι ο αιώνας των ανατροπών και των μεταρρυθμίσεων, της παραφοράς και της υπερβολής. Μόνο η τέχνη του Μπαρόκ θα μπορούσε να εκφράσει, τον αναβρασμό και την ανομοιογένεια αυτής της περιόδου. Οι πολιτισμικές, πολιτικές και θρησκευτικές διαμάχες της εποχής, διαμόρφωσαν μία τέχνη διαφορετική ως προς τις καταβολές και τους στόχους, από χώρα σε χώρα.

       Ο 16ος αιώνας και η εικονοκλασία της Μεταρρύθμισης, είχαν κατά κύριο λόγο, αρνητική επίδραση στο χώρο της τέχνης. Οι θρησκευτικοί πίνακες και τα γλυπτά απομακρύνθηκαν από τις προτεσταντικές εκκλησίες και οι καλλιτέχνες έχασαν μία από τις κυριότερες, ανά τους αιώνες, πηγή εσόδων. Η Ρωμαιοκαθολική όμως εκκλησία κατορθώνει, να ανακόψει την περαιτέρω εξάπλωση του Προτεσταντισμού και να προωθήσει τις αρχές της Αντιμεταρρύθμισης. Με ανανεωμένη αίσθηση εμπιστοσύνης, η Αγία Έδρα και το Τάγμα των Ιησουϊτών, αντιτάχθηκαν στην αυστηρότητα του Λούθηρου και του Καλβίνου, με τη Σύνοδο του Τριδέντου (1545-1563).

  •    Ο Leonardo di ser Piero da Vinci (1452-1519), νόθος γιος του Piero Fruosino di Antonio da Vinci, ενός Φλωρεντινού συμβολαιογράφου, γεννήθηκε το 1452, στη μικρή πόλη Vinci της Τοσκάνης. Το 1472, σε ηλικία 20 ετών, εγκαταστάθηκε στη Φλωρεντία, ως μέλος της Αδελφότητας του Αγίου Λουκά[1]. Στη Φλωρεντία έμεινε μέχρι το 1482 ή το 1483, οπότε και εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο. Εκεί παρέμεινε μέχρι το 1499, έτος εισβολής των Γάλλων κατακτητών στην πόλη, δουλεύοντας κυρίως στην αυλή του Δούκα Ludovico Sforza (il Moro). Στην περίοδο αυτή αποδίδονται πολλά έργα του όπως ο Ευαγγελισμός, η προσωπογραφία της Ginevra de' Benci, η Παναγία των βράχων (που υπάρχει σε δύο παραλλαγές) και η Προσκύνηση των Μάγων. Η βασική καλλιτεχνική ενασχόλησή του, στο Μιλάνο ωστόσο, ήταν ένα άγαλμα του πατέρα του Ludovico Sforza, το οποίο δεν πραγματοποιήθηκε και η πασίγνωστη τοιχογραφία του Μυστικού Δείπνου, στην τραπεζαρία της Santa Maria delle Grazie του Μιλάνου.

  •    Ο Εμπρεσιονισμός είναι ένα από τα πιο αγαπητά και δημοφιλή καλλιτεχνικά ρεύματα που γέννησε ο 19ος αιώνας. Έργα των εμπρεσιονιστών συναντάμε στις μεγαλύτερες δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές του κόσμου, ενώ παραμένουν επίκαιρα και περιζήτητα εκατόν πενήντα χρόνια μετά τη δημιουργία τους. Τι θα ωθούσε όμως τους καλλιτέχνες του δευτέρου μισού του 19ου αιώνα σε μία τόσο πρωτοποριακή, για την εποχή, τεχνοτροπία, αν όχι η νεοεμφανιζόμενη και συνεχώς εξελισσόμενη Φωτογραφία;

       Με προγόνους τη ζωγραφική του Gustave Courbet και τη Σχολή της Barbizon, ο Εμπρεσιονισμός κάνει τα πρώτα του βήματα, στο δρόμο που χάραξε ο Edouard Manet. Κόβοντας οριστικά τον ομφάλιο λώρο με την παράδοση και αδιαφορώντας για τις επιταγές της επίσημης τέχνης των salons και των Ακαδημιών, οι εμπρεσιονιστές ζωγραφίζουν καθημερινές σκηνές της σύγχρονης αστικής ζωής, με έντονα εκφραστικά χρώματα και δυναμική πινελιά, αδιαφορώντας για τη φωτοσκίαση.

  •  

    Η εφεύρεση της Φωτογραφίας και η αντίδραση των Ρομαντικών

       Ο 19ος αιώνας είναι ο αιώνας της σύγχρονης εποχής. Σημαδεύτηκε, από την αρχή ως το τέλος του, από πολέμους, πολιτικές, βιομηχανικές και πολιτιστικές επαναστάσεις, οι οποίες έφεραν σημαντικές αλλαγές στη δομή και τη λειτουργία της κοινωνίας. Η επιστήμη και η εφαρμογή της στη νέα βιομηχανία, μέσα από τη ραγδαία εξάπλωση νέων τεχνολογιών, αλλάζει τις αντιλήψεις για το φυσικό κόσμο. Η σχέση του ανθρώπου με το χώρο και το χρόνο, αναθεωρείται και η επιστήμη διευρύνει τα ενδιαφέροντά της, ενώ οι νέες εφευρέσεις, όπως ο φωνογράφος και η φωτογραφία, γίνονται ντοκουμέντα που επιτρέπουν, το άλμα των γενεών προς το παρελθόν, τη καταγραφή και τη μνήμη. Η φωτογραφία, αυτό το ώριμο τέκνο της βιομηχανικής επανάστασης, είναι μία εφεύρεση που έρχεται, να εκφράσει το σύνολο των ενδιαφερόντων του σύγχρονου ανθρώπου, της επιστήμης, αλλά και της φιλοσοφίας του 19ου αιώνα, με αποτέλεσμα να εκτοπίζει την τέχνη από πολλές σύγχρονες δραστηριότητες.

  •    Ο όρος εξπρεσιονισμός (με πεζό ‘ε’) χρησιμοποιείται στην ιστορία, την κριτική της τέχνης, αλλά και στον καθημερινό λόγο για να δηλώσει την εκφραστικότητα. Όταν αποκαλούμε κάποιον "εξπρεσιονιστή", θέλουμε να τονίζουμε με μια λέξη την έντονη ανάγκη του να εκφράσει τον εαυτό του, τον εσωτερικό του κόσμο. Πιο συγκεκριμένα, για την τέχνη, ο όρος Εξπρεσιονισμός αναφέρεται σε μια τάση της σύγχρονης ευρωπαϊκής τέχνης που παρουσίασε έντονη δράση την δεκαπενταετία 1905-1920, ενώ εμφανίστηκε ξανά μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, χωρίς ουσιαστικά να εκλείψει, τόσο στις εικαστικές τέχνες, όσο στη λογοτεχνία ακόμη και τον κινηματογράφο μέχρι τις μέρες μας. Σε αντίθεση με τα σύγχρονά του κινήματα, τα οποία ανθούν στη Γαλλία την ίδια εποχή, ο Εξπρεσιονισμός, έχει ως κέντρο του τη νεοσύστατη Γερμανία[1]. Εδώ οι καλλιτέχνες δεν έχουν τη μακρά παράδοση του Salon και του Ακαδημαϊσμού, ούτε το ένδοξο πρόσφατο παρελθόν των Ρεαλιστών και των Εμπρεσιονιστών.