user_mobilelogo
What's On - Τρέχοντα

ArtycleΤρέχοντα

Εκθέσεις Δράσεις Σεμινάρια Διαγωνισμοί

View more
Kirchner

LudwigKirchner

Η Εξπρεσιονιστική Ομάδα "Γέφυρα" - Die Brücke

View more

   Η Πολωνή Tamara de Lempicka (1898-1980) με την Αυτοπροσωπογραφία της στην πράσινη Bugatti, ενσαρκώνει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της femme fatale της δεκαετίας του ’20. Το βαρύ, λάγνο, ίσως μπλαζέ βλέμμα, το έντονο κόκκινο κραγιόν και τα λευκά γάντια γίνονται η επιτομή του στυλ και το σήμα κατατεθέν για την σύγχρονη, χειραφετημένη και απελευθερωμένη γυναίκα. Άλλωστε η Lempicka ήταν στ’ αλήθεια μία γυναίκα-σύμβολο της μοντέρνας εποχής και ακολούθησε έναν τρόπο ζωής εντελώς ξένο προς αυτόν των γυναικών της εποχής. Μεγαλωμένη μέσα στα πλούτη μεταξύ Πολωνίας, Ρωσίας και Ελβετίας και διαμένοντας στο Παρίσι από πολλή νεαρή ηλικία ήταν μία πολίτις του κόσμου και δημοφιλής ζωγράφος που ζούσε μεταξύ των επιφανέστερων ανθρώπων της τέχνης, του θεάματος αλλά και της επιστήμης. Είναι πραγματικά δύσκολο να διακρίνουμε μέσα από τέτοια έργα της Lempicka αν προσωπογραφείται όπως προστάζει η μόδα της εποχής ή αν αυτή ήταν που διαμόρφωσε μία ολόκληρη αισθητική που παραπέμπει ακόμη και σήμερα σε εξώφυλλα περιοδικών.

   Η φωτογραφία είναι το ώριμο τέκνο της βιομηχανικής επανάστασης, μία εφεύρεση που έρχεται, να εκφράσει το σύνολο των ενδιαφερόντων του σύγχρονου ανθρώπου, της επιστήμης αλλά και της φιλοσοφίας του 19ου αιώνα. Μακρινός προγονός της φωτογραφίας, είναι η camera obcura, ο σκοτεινός θάλαμος, η λειτουργία του οποίου, σύμφωνα με κάποιους μελετητές, ήταν γνωστή ήδη από την εποχή των Αιγυπτίων και αργότερα από τον Αριστοτέλη.

   Η camera obscura, δεν είναι παρά ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου δεν μπορεί να εισέλθει φως, παρά μόνο από ένα μικροσκοπικό άνοιγμα στη μία πλευρά του. Ακριβώς απέναντι από αυτή την οπή, τοποθετείται συνήθως μια γυαλιστερή επιφάνεια. Όπως το ελάχιστο φως εισέρχεται στο θάλαμο από την οπή και οι ακτίνες του ταξιδεύουν σε ευθεία γραμμή, σχηματίζεται, πάνω στη γυαλιστερή επιφάνεια, μία εικόνα, ένα είδωλο των όσων διαδραματίζονται εκτός του θαλάμου και όσων “βλέπει” η οπή, με τη διαφορά, ότι η εικόνα αυτή είναι αντεστραμμένη.

   Η μελέτη της αρχαιότητας κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα, οδήγησε στην αλλαγή του πνευματικού και κοινωνικού επιπέδου του καλλιτέχνη. Δεν είναι πλέον ένας τεχνίτης, μέλος μιας μεσαιωνικής συντεχνίας, αλλά ένας διανοούμενος που καλείται να αποκτήσει ορθή γνώση των ουμανιστικών ιδεών ούτως ώστε όχι μόνο να τέρψει, αλλά και να διδάξει τους θεατές με τα έργα του. “Εμφανίζεται τώρα μια αυξανόμενη ζήτηση πολύπλοκων, πολυδάπανων και, τρόπον τινά, “μοναδικών” έργων που δεν θα φέρουν απλώς τη σφραγίδα της τεχνικής, επαγγελματικής δεξιότητας μια ομάδας ανώνυμων κατασκευαστών, αλλά θα είναι ταυτόχρονα αποτέλεσμα της “δημιουργικής σύλληψης” ενός και μόνο μεγαλοφυούς και, υποτίθεται, ελεύθερου από τους πάσης φύσεως συντεχνιακούς, επαγγελματικούς περιορισμούς, ατόμου-δημιουργού”[1]. Αφομοιώνοντας τη γνώση που τους παρέχει το παρελθόν και τροποποιώντας την παράδοση με σεβασμό, οι καλλιτέχνες έγιναν από απλοί χειρώνακτες ταυτόχρονα και θεωρητικοί, για να εργαστούν προς μία νέα κατεύθυνση με απώτερο στόχο την αναβίωση των ελευθέριων τεχνών και ιδιαίτερα την ανάδειξη της υποτιμημένης ζωγραφικής[2].

   Η βασικής σημασίας ιδέα της Αναγέννησης του κλασικού πολιτισμού ύστερα από μια μακρά περίοδο σκοτεινών χρόνων, την οποία αποκαλούμε Μεσαίωνα, είναι στην ουσία ένας μύθος που δημιουργήθηκε από τους λόγιους του 14ου και του 15ου αιώνα και εξελίχτηκε από διανοούμενους των χρόνων που ακολούθησαν. Οι Αναγεννησιακοί αντιλαμβάνονται την εποχή τους ως μία εποχή αφύπνισης, όχι μόνο των κλασσικών γραμμάτων, αλλά και των πλαστικών τεχνών[1]. Ο Giorgio Vasari (1511-1574) έγραφε στους Βίους των επιφανέστερων Ιταλών ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων: “Η μοίρα των τεχνών είναι ανάλογη μ’ εκείνη του ανθρώπινου σώματος: γέννηση, ωρίμανση, γήρανση, θάνατος. Σήμερα μπορεί κανείς να διαπιστώσει πιο εύκολα τη νέα γέννηση της τέχνης και τη τελειότητα στην οποία έχει φτάσει και πάλι”[2]. Η σκέψη του Vasari ήταν ιδανική για τους θετικιστές του 19ου αιώνα και τη θεμελίωση της έννοιας του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος με εμπιστοσύνη στη διανοητική και φυσική του δύναμη, μπορεί να ελέγξει το πεπρωμένο.