user_mobilelogo
What's On - Τρέχοντα

ArtycleΤρέχοντα

Εκθέσεις Δράσεις Σεμινάρια Διαγωνισμοί

View more
Kirchner

LudwigKirchner

Η Εξπρεσιονιστική Ομάδα "Γέφυρα" - Die Brücke

View more

   Το έργο των καλλιτεχνών που στράφηκαν σε αντισυμβατικές μορφές τέχνης (happening, performance, action, environment κλπ), παρά την ποικιλομορφία του χαρακτηρίζεται από την εφήμερη φύση του. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όσον αφορά τις πρώτες προσπάθειες και τη δεκαετία του 60’, οι χειρονομίες των καλλιτεχνών είτε απλώς μαρτυρούνται στους καταλόγους των εκθέσεων και στον τύπο της εποχής, είτε στην καλύτερη περίπτωση σώζονται μέσω της φωτογραφίας. Ακόμη και όταν η ανάπτυξη της τεχνολογίας κάνει δυνατή τη καταγραφή των δράσεων μέσω του βίντεο, οι καλλιτέχνες αρνούνται πεισματικά να υποχωρήσουν. Θεωρούν ότι η καταγραφή θα αλλοιώσει τον πραγματικό χαρακτήρα του έργου τους, καθώς το βασικό του χαρακτηριστικό, ότι είναι “ζωντανό” και ανεπανάληπτο παύει να ισχύει. Από την άλλη πλευρά η απουσία τεκμηρίων συμβάλλει στην ανιστορικότητα της εποχής και δεν προωθεί την περαιτέρω διερεύνηση και γνώση των σύγχρονων καλλιτεχνών και θεωρητικών[1].

Daumier, Nadar elevating photography

   Η φωτογραφία στο ξεκίνημά της, τη δεκαετία του 1840, ήταν μία διαδικασία προσιτή σε λίγους ειδήμονες ή εφευρέτες σε Αγγλία και Γαλλία, οι οποίοι κατέφυγαν στο μέσο, με βασικό κίνητρο την ικανοποίηση της περιέργειας, παρά να ασχοληθούν μ’ αυτό επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά. Αρχικά, λοιπόν, η φωτογραφία δεν είχε σαφή κοινωνική χρήση, ήταν μία άχρηστη ιδιωτική ασχολία.

   Η βιομηχανοποίηση έφερε τη φωτογραφία στη μαζική παραγωγή, ενθάρρυνε την εξάπλωσή της και πρόσφερε τις κοινωνικές της χρήσεις, ενώ ταυτόχρονα αποκάλυψε την “εκ γενετής” διττή φύση της. Η φωτογραφία ήταν ένα μέσο ικανό να αποσπάσει φυσικές εικόνες, χρησιμοποιώντας όμως ένα μηχανικό τρόπο. Έτσι όπως υποστηρίζει η Susan Sontag «η ιστορία της φωτογραφίας μπορεί να συνοψιστεί ως διαμάχη ανάμεσα σε δύο επιταγές, την εξιστόρηση της αλήθειας και την ωραιοποίηση των εικόνων της φύσης, που παραπέμπει στις καλές τέχνες»[1].

   Ο 17ος αιώνας είναι ο αιώνας των ανατροπών και των μεταρρυθμίσεων, της παραφοράς και της υπερβολής. Μόνο η τέχνη του Μπαρόκ θα μπορούσε να εκφράσει, τον αναβρασμό και την ανομοιογένεια αυτής της περιόδου. Οι πολιτισμικές, πολιτικές και θρησκευτικές διαμάχες της εποχής, διαμόρφωσαν μία τέχνη διαφορετική ως προς τις καταβολές και τους στόχους, από χώρα σε χώρα.

   Ο 16ος αιώνας και η εικονοκλασία της Μεταρρύθμισης, είχαν κατά κύριο λόγο, αρνητική επίδραση στο χώρο της τέχνης. Οι θρησκευτικοί πίνακες και τα γλυπτά απομακρύνθηκαν από τις προτεσταντικές εκκλησίες και οι καλλιτέχνες έχασαν μία από τις κυριότερες, ανά τους αιώνες, πηγή εσόδων. Η Ρωμαιοκαθολική όμως εκκλησία κατορθώνει, να ανακόψει την περαιτέρω εξάπλωση του Προτεσταντισμού και να προωθήσει τις αρχές της Αντιμεταρρύθμισης. Με ανανεωμένη αίσθηση εμπιστοσύνης, η Αγία Έδρα και το Τάγμα των Ιησουϊτών, αντιτάχθηκαν στην αυστηρότητα του Λούθηρου και του Καλβίνου, με τη Σύνοδο του Τριδέντου (1545-1563).

   Ο Leonardo di ser Piero da Vinci (1452-1519), νόθος γιος του Piero Fruosino di Antonio da Vinci, ενός Φλωρεντινού συμβολαιογράφου, γεννήθηκε το 1452, στη μικρή πόλη Vinci της Τοσκάνης. Το 1472, σε ηλικία 20 ετών, εγκαταστάθηκε στη Φλωρεντία, ως μέλος της Αδελφότητας του Αγίου Λουκά[1]. Στη Φλωρεντία έμεινε μέχρι το 1482 ή το 1483, οπότε και εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο. Εκεί παρέμεινε μέχρι το 1499, έτος εισβολής των Γάλλων κατακτητών στην πόλη, δουλεύοντας κυρίως στην αυλή του Δούκα Ludovico Sforza (il Moro). Στην περίοδο αυτή αποδίδονται πολλά έργα του όπως ο Ευαγγελισμός, η προσωπογραφία της Ginevra de' Benci, η Παναγία των βράχων (που υπάρχει σε δύο παραλλαγές) και η Προσκύνηση των Μάγων. Η βασική καλλιτεχνική ενασχόλησή του, στο Μιλάνο ωστόσο, ήταν ένα άγαλμα του πατέρα του Ludovico Sforza, το οποίο δεν πραγματοποιήθηκε και η πασίγνωστη τοιχογραφία του Μυστικού Δείπνου, στην τραπεζαρία της Santa Maria delle Grazie του Μιλάνου.