user_mobilelogo
What's On - Τρέχοντα

ArtycleΤρέχοντα

Εκθέσεις Δράσεις Σεμινάρια Διαγωνισμοί

View more
Kirchner

LudwigKirchner

Η Εξπρεσιονιστική Ομάδα "Γέφυρα" - Die Brücke

View more

   Οι αρραβώνες των Αρνολφίνι είναι ένα από τα διασημότερα έργα του σημαντικότερου εκπροσώπου της Αναγέννησης του Βορρά, του Jan van Eyck. Η θέση του καλλιτέχνη στην κοινωνία των Κάτω Χωρών, του σημερινού Βελγίου και της Ολλανδίας, δεν ήταν ανάλογη μ’ αυτή των Ιταλών την ίδια εποχή. Εδώ ο καλλιτέχνης του τέλους του 14ου και των αρχών του 15ου αιώνα, ανέρχεται στην κοινωνική κλίμακα μόνο αν εργαστεί στην υπηρεσία κάποιου ηγεμόνα και στη περίπτωση αυτή, μόνο λόγω της φήμης που αποκτά, παρά λόγω της δεξιοτεχνίας ή της διάνοιάς του. Παραμένει ένας τεχνίτης, “ασυνείδητος” του πνευματικού χαρακτήρα του έργου του, γεγονός που δικαιολογεί και την απουσία αυτοπροσωπογραφιών, ακόμη και υπογεγραμμένων συχνά έργων. Η φωτεινότερη εξαίρεση αυτού του κανόνα ήταν ο Jan van Eyck.

   O Lucas Samaras (Λουκάς Σαμαράς γι' αυτό το άρθρο) γεννήθηκε το 1936 στην Καστοριά. Ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη από την εποχή που μετακόμισε εκεί η οικογένειά του, όταν ήταν μόλις δώδεκα ετών. Ο Σαμαράς δεν επιδίωξε σχέσεις με την Ελλάδα συμμετέχοντας σε εκθέσεις εντός συνόρων, ούτε αποφάσισε να επιστρέψει και να εγκατασταθεί μόνιμα εδώ, όπως άλλοι καλλιτέχνες ύστερα από την μακρόχρονη παραμονή τους στο εξωτερικό. Τα τελευταία χρόνια οι αναφορές στο όνομά του πληθαίνουν στη χώρα μας, ενώ διοργανώθηκαν σημαντικές εκθέσεις αφιερωμένες στο έργο του. Άλλωστε σχετικά πρόσφατα, το 2009, εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Biennale της Βενετίας. Το αν η Ελλάδα ανακάλυψε κάπως καθυστερημένα το έργο του, ή αν τώρα παρουσιάζεται έτοιμη να το προσεγγίσει, δεν έχει μεγάλη σημασία. Γεγονός πάντως είναι, ότι ο περί ελληνικότητας λόγος για τους καλλιτέχνες ελληνικής καταγωγής που δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό έχει χάσει την ουσία του στις μέρες μας.

   Το έργο των καλλιτεχνών που στράφηκαν σε αντισυμβατικές μορφές τέχνης (happening, performance, action, environment κλπ), παρά την ποικιλομορφία του χαρακτηρίζεται από την εφήμερη φύση του. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όσον αφορά τις πρώτες προσπάθειες και τη δεκαετία του 60’, οι χειρονομίες των καλλιτεχνών είτε απλώς μαρτυρούνται στους καταλόγους των εκθέσεων και στον τύπο της εποχής, είτε στην καλύτερη περίπτωση σώζονται μέσω της φωτογραφίας. Ακόμη και όταν η ανάπτυξη της τεχνολογίας κάνει δυνατή τη καταγραφή των δράσεων μέσω του βίντεο, οι καλλιτέχνες αρνούνται πεισματικά να υποχωρήσουν. Θεωρούν ότι η καταγραφή θα αλλοιώσει τον πραγματικό χαρακτήρα του έργου τους, καθώς το βασικό του χαρακτηριστικό, ότι είναι “ζωντανό” και ανεπανάληπτο παύει να ισχύει. Από την άλλη πλευρά η απουσία τεκμηρίων συμβάλλει στην ανιστορικότητα της εποχής και δεν προωθεί την περαιτέρω διερεύνηση και γνώση των σύγχρονων καλλιτεχνών και θεωρητικών[1].

Daumier, Nadar elevating photography

   Η φωτογραφία στο ξεκίνημά της, τη δεκαετία του 1840, ήταν μία διαδικασία προσιτή σε λίγους ειδήμονες ή εφευρέτες σε Αγγλία και Γαλλία, οι οποίοι κατέφυγαν στο μέσο, με βασικό κίνητρο την ικανοποίηση της περιέργειας, παρά να ασχοληθούν μ’ αυτό επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά. Αρχικά, λοιπόν, η φωτογραφία δεν είχε σαφή κοινωνική χρήση, ήταν μία άχρηστη ιδιωτική ασχολία.

   Η βιομηχανοποίηση έφερε τη φωτογραφία στη μαζική παραγωγή, ενθάρρυνε την εξάπλωσή της και πρόσφερε τις κοινωνικές της χρήσεις, ενώ ταυτόχρονα αποκάλυψε την “εκ γενετής” διττή φύση της. Η φωτογραφία ήταν ένα μέσο ικανό να αποσπάσει φυσικές εικόνες, χρησιμοποιώντας όμως ένα μηχανικό τρόπο. Έτσι όπως υποστηρίζει η Susan Sontag «η ιστορία της φωτογραφίας μπορεί να συνοψιστεί ως διαμάχη ανάμεσα σε δύο επιταγές, την εξιστόρηση της αλήθειας και την ωραιοποίηση των εικόνων της φύσης, που παραπέμπει στις καλές τέχνες»[1].