user_mobilelogo
What's On - Τρέχοντα

ArtycleΤρέχοντα

Εκθέσεις Δράσεις Σεμινάρια Διαγωνισμοί

View more
Kirchner

LudwigKirchner

Η Εξπρεσιονιστική Ομάδα "Γέφυρα" - Die Brücke

View more
Lissitzky, The constructor, 1924

   Από το 1900 και μετά, οι φωτογράφοι προσπαθούν δειλά δειλά να εισαγάγουν τη φωτογραφική πράξη στη νέα γλώσσα του μοντερνισμού. Αυτού του είδους η φωτογραφία έδειχνε να χειρίζεται με μαεστρία την έννοια της εικόνας για πρώτη φορά. Εγκαταλείποντας κάθε δέσμευση με την αντικειμενική καταγραφή της πραγματικότητας, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από το ανθρώπινο μάτι, η φωτογραφία γίνεται πλέον ένας νέος οπτικός κώδικας, ενδεικτικός της σύγχρονης ανησυχίας που επέβαλε η Αφαίρεση, το dada, ο Φουτουρισμός και αργότερα ο Σουρεαλισμός.

   Μ’ αυτήν την έννοια η φωτογραφία δεν γίνεται πλέον αντιληπτή ως αντανάκλαση του πραγματικού, αλλά περισσότερο ως μια επιφανειακή μορφή του κόσμου, εισβάλλοντας σε μία ευρεία μυθολογία της αληθοφάνειας. Όπως σημειώνει ο Graham Clarke γι’ αυτήν την περίοδο: “Η φωτογραφία αντιμετωπίζεται ως μια πλευρά της ακραίας αισθητικής, τόσο ψυχολογική όσο και πολιτική: μία κριτική της κυρίαρχης ιδεολογίας και μ’ αυτόν τον τρόπο μία σημαντική μορφή αναπαράστασης”[1].

Chuck Close between his works

   Ο Φωτογραφικός Ρεαλισμός, ή Φωτορεαλισμός (Photorealism ή Superrealism), είναι ο όρος που περιγράφει το φαινόμενο της επιστροφής στην παραστατική ζωγραφική στα μέσα της δεκαετίας του ’60 στην Αμερική. Διαδέχεται την Pop Art και αντλεί και αυτός τα θέματά του από την σύγχρονη αμερικανική καθημερινότητα. Σε αντίθεση όμως με αυτή, δεν έχει θέματα «προκατασκευασμένα» (μέσα από τα tabloids, τα commix και τη διαφήμιση), αλλά θέματα παρμένα από την ίδια την πραγματικότητα, όπως καταγράφεται από τον φωτογραφικό φακό. Εάν η Εννοιολογική Τέχνη χρησιμοποιεί τη φωτογραφία και την αναπαραγωγιμότητα της, για να θέσει υπό αμφισβήτηση την μοναδικότητα του ζωγραφικού έργου, o Φωτορεαλισμός, εκμεταλλεύεται κάποιες από τις φωτογραφικές αξίες (όπως η ψευδαίσθηση) και απορρίπτει κάποιες άλλες (όπως η μηχανική αναπαραγωγή) για χάρη της ζωγραφικής αξίας και της μοναδικότητας του έργου τέχνης.

Walter Benjamin

   Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, επιστήμονες και καλλιτέχνες συνέβαλαν στην εξέλιξη της φωτογραφίας. Από την άκαμπτη, "αρχαϊκή" εποχή της εφεύρεσής της πέρασε στην κλασική εποχή της καθιέρωσης, τόσο ως αυτόνομης μορφής έκφρασης, όσο και ως μοχλού πίεσης των εξελίξεων στο χώρο της τέχνης γενικότερα.

   Όλη αυτή την αλλαγή που επέφερε η εφεύρεση της φωτογραφίας με τις κοινωνικές και καλλιτεχνικές χρήσεις της, συνοψίστηκαν από τον Γερμανό θεωρητικό και φιλόσοφο Walter Benjamin το 1936, στο δοκίμιό του με τίτλο: Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του (The work of art in the age of mechanical reproduction). Όπως αναφέρει ο Benjamin στην αρχή του δοκιμίου του: “με τη φωτογραφία το χέρι αποδεσμεύτηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της εικονογραφικής αναπαραγωγής απ’ τα σπουδαιότερα καλλιτεχνικά καθήκοντα, που τώρα πια περιέρχονται στο μάτι που κοιτάζει μέσα στον αντικειμενικό φακό. Μια και το μάτι συλλαμβάνει ταχύτερα απ’ όσο ζωγραφίζει το χέρι, η διαδικασία της εικονογραφικής αναπαραγωγής επιταχύνθηκε τόσο αφάνταστα, που μπορούσε πια να συμβαδίζει με την ομιλία”[1].

Severini

   Ο Φουτουρισμός είναι ένα ιταλικό κίνημα της πρωτοπορίας, που ιδρύθηκε το 1909 από τον ποιητή Filippo Tomaso Marinetti (1876-1944). Εκτός από τη ζωγραφική, σταδιακά συμπεριέλαβε τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική, τη μουσική και τον κινηματογράφο. Χαρακτηρίζεται έντονα φιλολογικό, καθώς ο λόγος δεν χρησιμοποιήθηκε απλώς για να εξηγήσει ή να υποστηρίξει τις προθέσεις των καλλιτεχνών, αλλά ήταν μαχητικός, δογματικός, συχνά εξτρεμιστικός και πάντοτε απολαυστικός στην ανάγνωση. Άλλωστε, για την περίπτωση του Φουτουρισμού, ο λόγος προϋπήρξε των πράξεων και αρθρώθηκε από το ξεκίνημα του κινήματος από έναν ποιητή. Η δεινότητα του Marinetti να χειρίζεται τα μέσα της εποχής και ο δυναμισμός της έκφρασής του, ήταν αυτά που έκαναν το νέο κίνημα γνωστό σε όλη την διανόηση της εποχής. Ο Φουτουρισμός μέσα από πολλά μανιφέστα, στηρίχθηκε στη δύναμη των λέξεων, απευθύνθηκε στο ευρύ κοινό και διέδωσε τη σκέψη του ταχύτατα σε όλα τα μητροπολιτικά κέντρα της Ευρώπης.