user_mobilelogo
What's On - Τρέχοντα

ArtycleΤρέχοντα

Εκθέσεις Δράσεις Σεμινάρια Διαγωνισμοί

View more
Kirchner

LudwigKirchner

Η Εξπρεσιονιστική Ομάδα "Γέφυρα" - Die Brücke

View more

    Έχοντας ξεκινήσει την περιπλάνησή του από τον μακρινό Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο της Κρήτης, και ύστερα από μακρά παραμονή στην Ιταλία, ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος (1541-1614) εγκαθίσταται στην Ισπανία το 1577. Ονειρεύεται να εργαστεί για λογαριασμό του Φιλίππου του Β’ που την περίοδο εκείνη προσλαμβάνει πολλούς καλλιτέχνες προκειμένου να διακοσμήσει το νέο του ‘διαμάντι’, το El Escorial.

    Στην καρδιά της Αντιμεταρρύθμισης, παλάτι και Εκκλησία σε κοινό μέτωπο, με ακατανίκητο όπλο την Ιερά Εξέταση, ενισχύονται και καθιερώνουν την κραταιά και θεοκρατούμενη Ισπανία. Η τέχνη της εποχής πρέπει να ανακόψει την περαιτέρω εξάπλωση του Προτεσταντισμού, να υμνήσει το καθολικό δόγμα και την ελέω Θεού εξουσία του Βασιλιά. Ο έλεγχος της εικονογραφίας είναι εξονυχιστικός και κάθε ‘ατασθαλία’ από πλευράς καλλιτέχνη τιμωρείται.

     Η Frida Kahlo (1907-1954) δημιουργεί αυτήν την πρώτη αυτοπροσωπογραφία της το 1926 σε ηλικία δεκαεννέα ετών. Ένα χρόνο νωρίτερα ένα τραμ συγκρούστηκε με το λεωφορείο στο οποίο επέβαινε και η ίδια τραυματίστηκε βαριά. Με κατακερματισμένη σπονδυλική στήλη και τραύματα σε όλο της το σώμα, η Kahlo αναγκάστηκε να υποβληθεί σε μεγάλο αριθμό χειρουργικών επεμβάσεων. Έμεινε μήνες ολόκληρους καθηλωμένη στο κρεβάτι και η ζωή της έκτοτε σημαδεύτηκε από τον πόνο και την αδυναμία της να κάνει παιδιά. Δεν είναι τυχαίο που ο φίλος της Andrés Henestrosa είπε πως η Kahlo ‘έζησε πεθαίνοντας’. Κατά την διάρκεια αυτής της μακράς περιόδου ανάρρωσης στο σπίτι, η Frida εγκατέλειψε το όνειρό της να γίνει γιατρός και στράφηκε στην ζωγραφική.

      Η σχέση καλλιτέχνη και παραγγελιοδότη, επηρέαζε άμεσα τη μορφή του τελικού έργου κατά την περίοδο της Αναγέννησης. Για μια πλούσια οικογένεια ευγενών, για μια συντεχνία εμπόρων ή χρυσοχόων, η δωρεά μιας εικόνας για την Αγία Τράπεζα (altarpiece), ή ενός κύκλου νωπογραφιών για ένα παρεκκλήσι, δεν ήταν εύλογη μόνο για τους “αγνούς” θρησκευτικούς λόγους, αλλά και για το κοινωνικό γόητρο και τη δόξα. Ήταν μια πράξη αξιοσημείωτη, σχετικά οικονομική και πάνω απ’ όλα αντιπροσωπευτική  της περηφάνιας και του κοινωνικού επιπέδου των πατρώνων, όπως επίσης και της αλληλεγγύης τους προς την κοινωνική τάξη πραγμάτων της σύγχρονης πόλης[1]. Λαμβάνοντας τα παραπάνω υπόψη, είναι εύλογο να συμπεράνουμε, ότι μία επί της ουσίας διάκριση μεταξύ “δημόσιου” και ”ιδιωτικού” δεν αρμόζει στη λειτουργία της ζωγραφικής κατά την Αναγέννηση[2].

     Ήδη από τις απαρχές της, η φωτογραφία δεν παρουσιάστηκε απλώς ως μορφή τέχνης, αλλά έθεσε υπό αμφισβήτηση κάθε καθιερωμένο πλαίσιο αξιών και μεθόδων προσέγγισης στο χώρο της τέχνης και της αισθητικής. Αποδυνάμωσε την καθιερωμένη τέχνη, την παρουσίασε ως ξεπερασμένη και έτσι ισχυροποιήθηκε η ίδια, προτείνοντας νέα πεδία στην ανθρώπινη φιλοσοφία και σκέψη. Το έργο τέχνης έδειχνε να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από το ιδεώδες του μοναδικού, πρωτότυπου αντικειμένου, φτιαγμένου από έναν μεμονωμένο καλλιτέχνη, ενώ η ζωγραφική ‘ζήλεψε’ πολλές από τις ιδιότητες των αναπαραγόμενων αντικειμένων. Από τη δεκαετία του ’60, το καλλιτεχνικό αντικείμενο συχνά παράγεται με σκοπό να φωτογραφηθεί, όπως προφητικά είχε υποστηρίξει ο Walter Benjamin, αναφερόμενος στην δύναμη της αναπαραγωγής του.